πάρειμι

πάρειμι
(I)
ΜΑ
1. παρέρχομαι, περνώ από κοντά («ὥσπερ οἱ δειλοὶ κύνες τοὺς μὲν παριόντας διώκοντες καὶ δάκνουσι», Ξεν.)
2. υπερτερώ, ξεπερνώ κάποιον (α. «ἐφάνη ἀνήρ... ὅς σε καὶ πάρεισι... πανουργίᾳ καὶ θράσει» — φάνηκε ο άνδρας που θα σέ πάψει και θα σέ ξεπεράσει στην πανουργία και στο θράσος», Αριστοφ.
β. «θεῑος λόγος πᾱσαν ἔννοιαν παριὼν ἀνθρωπίνην», Γρηγ. Ναζ.)
μσν.
απαγγέλλω («ὕμνον πάρειμι»)
αρχ.
1. βαδίζω παράπλευρα, ιδίως κατά μήκος παράταξης ή παραλίας
2. προχωρώ και μπαίνω ή ανεβαίνω κάπου («ἐς τὸ πρόσω παριέναι» — προχωρώ στο εσωτερικό τού σπιτιού)
3. προσέρχομαι, εμφανίζομαι, προχωρώ μπροστά («πάριτ' ἐς τὸ πρόσθεν»)
4. παρουσιάζομαι για να λάβω τον λόγο, ανεβαίνω στο βήμα για να μιλήσω («ἠρώτα μὲν ὁ κῆρυξ "τίς ἀγορεύειν βούλεται;", παρήει δ' οὐδείς», Αισχίν.)
5. μεταβαίνω από το ένα θέμα στο άλλο, αλλάζω θέμα
6. μεταφέρομαι από τον έναν στον άλλο («ἐκ τούτου σύνθημα παρῄει», Ξεν.)
7. (η μτχ. αρσ. πληθ. ενεστ.) οἱ παριόντες
οι ρήτορες, οι ομιλητές στην εκκλησία τού δήμου.
————————
(II)
ΜΑ [ειμί]
1. παρευρίσκομαι, είμαι παρών, είμαι μαζί με κάποιον ή κοντά σε κάποιον («ὁ Διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῑ σε», ΚΔ)
2. μένω, διαμένω ή παραμένω κοντά σε κάποιον
3. έχω έλθει, έχω φτάσει κάπου («ἐκ τῆς Κορίνθου πρέσβεις παρῆσαν ἐς τὴν Λακεδαίμονα», Θουκ.)
αρχ.
1. βρίσκομαι κοντά σε κάποιον για να τόν βοηθήσω («πλησίον παρῆσθα κινδύνων ἐμοί», Ευρ.)
2. υπάρχω, είμαι πρόχειρος ή εύκολος για χρήση («ὅση δύναμίς γε πάρεστιν»)
3. υφίσταμαι, υπάρχω πράγματι («ὡς παρεσομένου σφι τοῡ πολέμου»)
4. απρόσ. πάρεστί μοι
μού είναι εύκολο, εξαρτάται από μένα
5. το ουδ. εν. ως ουσ. τὸ παρόν και ιων. τ. παρεόν
α) η σημερινή μέρα ή η στιγμή που μιλούμε, η χρονική βαθμίδα γενικότερα που αντιδιαστέλλεται από το παρελθόν και το μέλλον
β) (σε απρόσ. έκφρ.) είναι δυνατόν («παρεὸν αὐτῷ βασιλέα γενέσθαι» — ενώ μπορούσε να γίνει βασιλιάς, Ηρόδ.)
γ) (ως επίρρ.) τώρα, τώρα ακριβώς
6. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ παρόντα και ιων. τ. παρεόντα
α) η παρούσα κατάσταση
β) ό,τι υπάρχει πρόχειρο («χαριζομένη παρεόντων» — δίνοντας απ' αυτά που είχε πρόχειρα, Ομ. Οδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • πάρειμι — 1 sum pres ind act 1st sg πάρειμι 2 ibo pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παριόν — πάρειμι 1 sum pres part act masc voc sg (doric) πάρειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc sg (doric) πάρειμι 2 ibo pres part act masc voc sg πάρειμι 2 ibo pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παριόντα — πάρειμι 1 sum pres part act masc acc sg (doric) πάρειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc pl (doric) πάρειμι 2 ibo pres part act masc acc sg πάρειμι 2 ibo pres part act neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πάρειμ' — πάρειμι , πάρειμι 1 sum pres ind act 1st sg πάρειμι , πάρειμι 2 ibo pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παριόντων — πάρειμι 1 sum pres part act masc/neut gen pl (doric) πάρειμι 2 ibo pres imperat act 3rd pl πάρειμι 2 ibo pres part act masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρῆν — πάρειμι 1 sum imperf ind act 1st sg πάρειμι 1 sum imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) πάρειμι 1 sum imperf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρεισόμενον — πάρειμι 2 ibo fut part mid masc acc sg (epic) πάρειμι 2 ibo fut part mid neut nom/voc/acc sg (epic) παρέζομαι sit beside fut part mid masc acc sg παρέζομαι sit beside fut part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρεσομένων — πάρειμι 1 sum fut part mid fem gen pl πάρειμι 1 sum fut part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρεσόμενον — πάρειμι 1 sum fut part mid masc acc sg πάρειμι 1 sum fut part mid neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρεόν — πάρειμι 1 sum pres part act masc voc sg (epic doric ionic) πάρειμι 1 sum pres part act neut nom/voc/acc sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”